«Χρονικά Αντισημιτισμού #141» Ναζιστικά συνθήματα στους τοίχους του 8ου Λυκείου Αμαρουσίου

Ναζιστικά συνθήματα και σύμβολα εμφανίστηκαν και πάλι πριν λίγες μέρες (Οκτώβριος 2026) στα σχολεία της Αθήνας, αυτήν τη φορά στους τοίχους του 8ου Λυκείου Αμαρουσίου, στο Πολύδροσο. Μεταξύ άλλων, γράφτηκαν οι φράσεις «Heil Χίτλερ» και «Εβραίοι θάνατο», ενώ ζωγραφίστηκαν σβάστικες και κέλτικοι σταυροί. Σε έναν από τους τοίχους γράφτηκε επίσης ένα αντικομμουνιστικό σύνθημα που παρουσιάζει ως «έγκλημα» το γεγονός ότι οι εκτελεσμένοι στην Καισαριανή ήταν «μόνο 200». Ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Αμαρουσίου και η ΚΟΒ Αμαρουσίου του ΚΚΕ καταδίκασαν το περιστατικό. Το καταγράφουμε στη στήλη «Χρονικά Αντισημιτισμού», στο πλαίσιο της συστηματικής καταγραφής περιστατικών αντισημιτικού μίσους που κάνουμε όλα αυτά τα χρόνια.

Το σύνθημα «Εβραίοι θάνατο» αποτελεί μια απροκάλυπτη διατύπωση της εξοντωτικής επιθυμίας που κυριαρχεί στο νεοναζιστικό φαντασιακό, η οποία μετατρέπει τους Εβραίους σε συλλογικό στόχο και αρνείται την ίδια τους την ανθρώπινη υπόσταση. Η παρουσία της σβάστικας και του ναζιστικού χαιρετισμού καθιστά σαφές το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται αυτό το σύνθημα. Δεν είναι άλλο από την πολιτική παράδοση που θεμελίωσε με τη βία την κοινωνική συνοχή στη φυλετική ιεράρχηση, στον αποκλεισμό και, τελικά, στη φυσική εξόντωση των ανθρώπων που όριζε ως εχθρούς – Άλλους. Χωρίς αυτό, άλλωστε, ιστορικά, ο ναζισμός δεν θα έφτανε ποτέ στην αυτοεκπλήρωσή του.

Η καταγραφή του περιστατικού, ωστόσο, χρειάζεται να εξεταστεί και λίγο βαθύτερα και σίγουρα όχι αποκομμένα από τις σημερινές συνθήκες, μέσα στις οποίες οι νεοναζιστικές ομάδες συνεχίζουν να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Το σχολείο οργανώνει και πειθαρχεί τα χρόνια της νεότητας γύρω από την υπόσχεση μιας μελλοντικής ένταξης στην παραγωγή, της επαγγελματικής αποκατάστασης και της προσωπικής κοινωνικής ανέλιξης. Όταν αυτή η υπόσχεση αποδυναμώνεται και το μέλλον εμφανίζεται όλο και περισσότερο αβέβαιο, η εμπειρία της ματαίωσης μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε επιθετική συμπεριφορά, χωρίς, ωστόσο, να αποκτά αναγκαστικά συνειδητό κοινωνικό ή ταξικό περιεχόμενο.

Αυτού του είδους τη ματαίωση, όμως, θα ήταν λάθος να πούμε ότι την οδηγεί από μόνη της στον φασισμό. Για να πάρει αυτήν τη μορφή, χρειάζεται να διαμεσολαβηθεί από τους κυρίαρχους ιδεολογικούς μηχανισμούς, που προσφέρουν στον ανίσχυρο μια φαντασιακή ταύτιση με την ισχύ, στον αποκλεισμένο μια υπόσχεση υπεροχής και στον κοινωνικά αδύναμο έναν κατασκευασμένο εχθρό. Σε τελική ανάλυση, χρειάζεται το υποκείμενο να αφομοιωθεί στην οπαδική νοοτροπία. Η ναζιστική δραστηριότητα παίρνει τη μορφή μιας ψευδοεξέγερσης. Μοιάζει να παραβιάζει μια κοινωνική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα αναπαράγει την ιδεολογία της κυριαρχίας, της ιεράρχησης και της υποταγής. Η ηδονή της παραβίασης δεν αμφισβητεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων· το αντίθετο, μετατοπίζει τη βία της σε εκείνους που ορίζονται από τον εθνικό κορμό ως κατώτεροι, περιττοί, μη εθνικά καθαροί.

Το αντικομμουνιστικό σύνθημα για τους εκτελεσμένους της Καισαριανής φωτίζει μια ακόμη πλευρά. Οι διακόσιοι κομμουνιστές που εκτελέστηκαν από τους ναζί την Πρωτομαγιά του 1944 μετατρέπονται σε αντικείμενο χλευασμού και αντιστροφής της ιστορικής μνήμης. Η αναφορά ότι ήταν «μόνο 200» δεν αποτελεί μονάχα προσβολή προς τους νεκρούς. Στην πραγματικότητα, στόχος είναι κυρίως οι ζωντανοί, όσοι και όσες σήμερα αμφισβητούν έμπρακτα, με τη δράση τους, την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων.

Η συνύπαρξη του συνθήματος «Εβραίοι θάνατο» με την προσβολή της μνήμης των εκτελεσμένων της Καισαριανής δεν είναι τυχαία. Ο ιστορικός αντισημιτισμός και ο αντικομμουνισμός συναντώνται επανειλημμένα στη ναζιστική ιδεολογία, η οποία κατασκευάζει τον «Εβραίο» ως τον απόλυτο εχθρό, τον φορέα της αξίας, μιας μεταφυσικής εξουσίας, και ταυτόχρονα παρουσιάζει τον κομμουνισμό ως απειλή και ως κατασκεύασμα του «Αιώνιου Εβραίου». Η κοινωνική σύγκρουση μεταφράζεται έτσι σε μια φαντασιακή αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν υποτιθέμενο εθνικό ή φυλετικό οργανισμό και στους εχθρούς που υποτίθεται ότι τον διαβρώνουν. Οι πραγματικές κοινωνικές αντιφάσεις δεν καταργούνται, αλλά αποκτούν μια παραμορφωμένη μορφή, στην οποία η ευθύνη μετατίθεται στους εχθρούς που ο ναζισμός ιδεολογικά πλάθει επανειλημμένα και οι οποίοι αποτελούν τον πυρηνικό όρο της ίδιας του της υπόστασης.

Πολλοί κατά καιρούς έχουν εκφράσει τη γνώμη ότι δεν πρέπει να δίνουμε δημοσιότητα σε αυτά τα περιστατικά, να μην τα κάνουμε μεγαλύτερα απ’ ό,τι είναι. Τους απαντάμε ότι, η καταγραφή τέτοιων περιστατικών είναι απολύτως αναγκαία για τη διατήρηση της μνήμης, όπως αναγκαία είναι επίσης και η άμεση απομάκρυνση των ναζιστικών συμβόλων από τους σχολικούς χώρους. Ο καθαρισμός των τοίχων, τον οποίο ζήτησε ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών, δεν αρκεί, ωστόσο, για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές και ιδεολογικές συνθήκες που καθιστούν δυνατή την παρουσία αυτών των συνθημάτων στους τοίχους. Ούτε ο λόγος περί νεανικής παραβατικότητας ούτε η αφηρημένη καταδίκη του εξτρεμισμού μπορούν να υποκαταστήσουν την εξέταση της λειτουργίας του αντισημιτισμού και του φασισμού στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας και του εθνικού κορμού. Πολύ περισσότερο, το νεοναζιστικό φαινόμενο δεν αντιμετωπίζεται με θεσμικά μέσα, αλλά μέσα από την ενίσχυση ενός ανταγωνιστικού κινήματος.

«Τα σχολεία μας είναι χώροι γνώσης, δημοκρατίας, αλληλεγγύης και σεβασμού στη διαφορετικότητα, όχι χώροι διάδοσης του μίσους, του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας», γράφει, μεταξύ άλλων, η ανακοίνωση των εκπαιδευτικών.

Το σχολείο, δυστυχώς, όμως, δεν αποτελεί έναν ουδέτερο χώρο μετάδοσης της γνώσης και των δημοκρατικών αξιών, αποκομμένο από τις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας μέσα στις οποίες λειτουργεί, όπως το παρουσιάζει ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών, ο οποίος, από όσο φαίνεται από το ύφος της ανακοίνωσής του, πρόσκειται στο ΚΚΕ. Το σχολείο, ως θεσμός της καπιταλιστικής κοινωνίας, συμβάλλει στην αναπαραγωγή των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων, οργανώνοντας τη μετάδοση της γνώσης μέσα από διαδικασίες αξιολόγησης, ιεράρχησης και πειθαρχίας. Παράλληλα με την απόκτηση δεξιοτήτων, οι μαθητές εξοικειώνονται με τις απαιτήσεις του ανταγωνισμού, την εξατομίκευση της επιτυχίας και την άνιση κατανομή των κοινωνικών ευκαιριών. Η επίκληση της δημοκρατίας, της αξιοκρατίας και της ισότητας μπορεί έτσι να συνυπάρχει με την αναπαραγωγή των ταξικών ανισοτήτων και την προετοιμασία για την ένταξη στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Αυτό δεν καθιστά το σχολείο έναν μονολιθικό μηχανισμό ιδεολογικής χειραγώγησης ούτε αναιρεί τις δυνατότητες κριτικής και αντίστασης που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του από τους-τις καθηγητές-τριες και την μαθητική κοινότητα. Αντίθετα, αναδεικνύει τις αντιφάσεις ενός θεσμού που καλείται να εκπληρώσει τις διακηρυγμένες υποσχέσεις της ισότητας και της χειραφέτησης μέσα σε μια κοινωνία οργανωμένη γύρω από την ταξική ανισότητα και την εκμετάλλευση.

Η εμφάνιση ναζιστικών συνθημάτων στους σχολικούς τοίχους δεν πρέπει να ερμηνευθεί απλώς ως εισβολή του μίσους σε έναν κατά τα άλλα δημοκρατικό χώρο, όπως αναφέρει η ανακοίνωση των εκπαιδευτικών. Χρειάζεται να εξετάσουμε τις κοινωνικές και ιδεολογικές διαμεσολαβήσεις μέσα από τις οποίες η ματαίωση και η επισφάλεια μπορούν να μετατραπούν εύκολα σε αυταρχικές συμπεριφορές, εθνικιστικές αντιλήψεις και τέλος σε αντισημιτισμό. Η κριτική του νεοναζιστικού φαινομένου δεν ολοκληρώνεται με την επίκληση των δημοκρατικών αξιών του σχολείου, αλλά προϋποθέτει την εξέταση των κοινωνικών σχέσεων στις σημερινές καπιταλιστικές συνθήκες και των ιδεολογικών μορφών που επιτρέπουν στις νεοναζιστικές ομάδες να εμφανίζονται ως φαντασιακή διέξοδος από τις δομικές αντιφάσεις της υπάρχουσας κοινωνίας.

Η συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει και ακόμα μια βαθύτερη αντίφαση πάνω στο ζήτημα της εκπαίδευσης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η συσσώρευση γνώσεων και η εξοικείωση με τα πολιτισμικά και ιστορικά αγαθά δεν συνεπάγονται αυτομάτως την ανάπτυξη κριτικής συνείδησης. Η γνώση μπορεί να παραμένει εξωτερική προς το υποκείμενο, να μετατρέπεται σε τυποποιημένη πληροφορία (ημιμόρφωση) και να μην οδηγεί στην κριτική επεξεργασία των κοινωνικών σχέσεων που διαμόρφωσαν τα ιστορικά γεγονότα. Ένας μαθητής ή μια μαθήτρια μπορεί να γνωρίζει ορισμένα στοιχεία για τον ναζισμό και ταυτόχρονα να αναπαράγει στο ακέραιο τις αντισημιτικές αντιλήψεις (η Ελλάδα, άλλωστε, είναι πρωταθλήτρια στον αντισημιτισμό), χωρίς καν να αντιλαμβάνεται την ιστορική και κοινωνική σημασία τους. Η γνώση, όταν δεν συνοδεύεται από κριτικό αναστοχασμό, δεν αποτελεί από μόνη της φραγμό απέναντι στη βαρβαρότητα.

Χρήσιμο είναι, σε αυτό το σημείο, να σημειώσουμε ότι ήταν χαρακτηριστική η απουσία της λέξης «αντισημιτισμός» από τις ανακοινώσεις που έγιναν από αριστερές ομάδες για το περιστατικό. Εδώ θα υποκύψουμε στον πειρασμό να πούμε ότι αυτό δεν έγινε τυχαία. Όχι μόνο επειδή ο αντισιωνισμός αυτών των ομάδων περικλείει ατόφιο αντισημιτισμό, αλλά και επειδή, όπως περιγράψαμε και παραπάνω, όλα αυτά συνδέονται με τα όρια της ίδιας τους της ανάλυσης για τον φασισμό και τον ναζισμό. Η γενική αναφορά στον φασισμό, στον ναζισμό ή στον ρατσισμό δεν αποδίδει την ειδικότητα του μίσους που εκφράζει το σύνθημα «Εβραίοι θάνατο». Η κατονομασία του αντισημιτισμού είναι αναγκαία, επειδή επιτρέπει να αναγνωριστεί η συγκεκριμένη ιστορική και ιδεολογική μορφή της εξοντωτικής εχθρότητας απέναντι στον «Αιώνιο Άλλο». Δεν αρκεί, ωστόσο, να απαιτούμε τη χρήση του όρου. Χρειάζεται να εξετάζουμε αν οι πολιτικές αναλύσεις μας μπορούν να αναγνωρίσουν τον αντισημιτισμό και όταν αυτός εμφανίζεται σε περιβάλλοντα που αυτοπροσδιορίζονται ως αντιφασιστικά ακόμα και κομμουνιστικά.

Αυτό είναι και το κρίσιμο διακύβευμα της εκπαίδευσης μετά το Άουσβιτς. Ο αγώνα για την αποτροπή της επανάληψης της βαρβαρότητας δεν μπορεί να εξαντλείται στη μετάδοση ιστορικών πληροφοριών, στην καθιέρωση επετειακών εκδηλώσεων ή στην επιφανειακή ηθική καταδίκη των εγκλημάτων του ναζισμού (όπως, για παράδειγμα, γίνεται στη Γερμανία). Απαιτείται η αναγνώριση και η κριτική επεξεργασία των μηχανισμών που κατέστησαν δυνατό το Άουσβιτς.

Τα «Χρονικά Αντισημιτισμού» καταγράφουν τέτοιες εκδηλώσεις όχι μόνο για να διατηρήσουμε τη μνήμη, αλλά και για να ξεσκεπάσουμε το ιδεολογικό τους περιεχόμενο. Η καταδίκη του αντισημιτισμού δεν μπορεί να περιορίζεται στην ηθική αποδοκιμασία ενός συνθήματος. Απαιτεί την κριτική εξέταση των μηχανισμών μέσω των οποίων η κοινωνική επισφάλεια μετατρέπεται σε μίσος, η ανάγκη για ισχύ σε φαντασιακή υπεροχή και η αναζήτηση μιας εξήγησης για την κοινωνική δυσφορία σε επιθυμία αποκλεισμού και εξόντωσης. Εκεί όπου η αντιφασιστική προσέγγιση συρρικνώνεται σε ηθικές καταγγελίες, το έδαφος πάνω στο οποίο αναπαράγονται οι ναζιστικές αντιλήψεις παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανέγγιχτο.

Related posts